ΕΞΑΗΜΕΡΗ ΕΞΟΡΜΗΣΗ ΣΤΗ FYROM, 3-8 Ιουλίου 2012

ΚΕΙΜΕΝΟ: Κώστας Αστρακιανάκης

ΕΞΑΗΜΕΡΗ ΕΞΟΡΜΗΣΗ ΣΤΗ FYROM, 3-8 Ιουλίου 2012

Οι εκκρεµότητες είναι κάτι που δεν µου αρέσει στη ζωή µου – ούτε και στον ορειβατικό τοµέα. Τον Γενάρη του 2012 πήρα µέρος σε εκδροµή γνωστού Αθηναϊκού Συλλόγου στα Σκόπια, το άφθονο όµως  χιόνι των ηµερών δεν µας είχε επιτρέψει να δούµε και να κάνουµε πολλά πράγµατα.  Έτσι, όταν έµαθα ότι ο ΣΑΟΟ οργανώνει εξόρµηση στο γειτονικό κρατίδιο, έκανα τα αδύνατα δυνατά για να συµµετάσχω.

 

Και το πρωί της Τρίτης 3 Ιουλίου βρέθηκα κι εγώ στο διώροφο πούλµαν του συλλόγου ως ένας από τους τέσσερεις  εξ Αθηνών συµµετέχοντες, που πλαισιώσαµε τον πυρήνα των Αρκάδων Ορειβατών (συµµετοχές επίσης από Άστρος, Άργος και Γιάννενα, συνολικά 48 άτοµα).

Μετά από πολύωρο ταξίδι φτάσαµε στην πόλη Στρούγκα, στη βόρεια όχθη της Αχρίδας, στις 8 το βράδυ (ώρα Σκοπίων). Εγκατασταθήκαµε στο ξενοδοχείο Drim και µετά το δείπνο κάναµε µια βόλτα γνωριµίας µε τη µικρή πολιτεία που τη διαρρέει ο ποταµός Μαύρος ∆ρείνος (Τσέρνι Ντρίµ), εξού και το όνοµα του ξενοδοχείου. Μια µπύρα σε ένα µπαράκι της όχθης του ήταν ό,τι καλύτερο για να χαλαρώσουµε και να µπούµε στην «ατµόσφαιρα» της χώρας που θα φιλοξενούσε τις δραστηριότητές µας για τις επόµενες τέσσερεις ηµέρες.

Η επόµενη ήταν αποκλειστικά ηµέρα περιήγησης. Μεταβαίνουµε στην πόλη της Αχρίδας (Όχριντ από το σλαβικό «γκραντ βο χριντ» =πόλη πάνω στο λόφο) και µε επικεφαλής τον ξεναγό µας τον κύριο Θανάση, περιδιαβαίνουµε µεσ’ απ΄τα γραφικά λιθόστρωτα, τα ουκ ολίγα αξιοθέατα. Η πόλη (ο παλαιός ιστός της οποίας αποτελεί Μνηµείο Παγκόσµιας Πολιστικής Κληρονοµιάς) έχει µακραίωνη ιστορία και στην αρχαιότητα ονοµαζόταν Λυχνιδός ή Λυχνίτιδα (από την ελληνική ρίζα luc =φως, λόγω της διαύγειας των νερών της λίµνης). Από τα βυζαντινά χρόνια έγινε έδρα Επισκοπής και, µε το σηµερινό της όνοµα πια, υπήρξε το  κέντρο του βραχύβιου κράτους του Τσάρου Σαµουήλ (τέλη 10ου-αρχές 11ου αιώνα ).
Επισκεπτόµαστε τον Καθεδρικό Ναό της Αγ. Σοφίας µε τα εξαιρετικά ψηφιδωτά του 11ου αιώνα , το ελληνορωµαϊκό θέατρο του 1ου µ.Χ. αιώνα (που, αναστηλωµένο, φιλοξενεί πολιτιστικές εκδηλώσεις το καλοκαίρι), το κάστρο του Σαµουήλ (µε την εντυπωσιακή θέα στη λίµνη και σε ολόκληρη την πόλη) και την εκκλησία του Αγ. Παντελεήµονα (ιδρυµένη ως καθολικό µοναστηριού από τον Άγιο Κλήµεντα τον 9ο αιώνα και αποκατατεστηµένη στη σηµερινή της µορφή το 2002). Στις 12:30 επιβιβαζόµαστε σε ένα από τα τουριστικά πλοιάρια στο µόλο για µια ηµίωρη κρουαζιέρα στη λίµνη. Αρχικά πλέουµε δυτικά, έχοντας έτσι την ευκαιρία να δούµε και τον γραφικό ναό του Αγ. Ιωάννη του Κανέο (1270), χτισµένον σε έναν λόφο στην ακρολιµνιά, αλλά και να θαυµάσουµε την (παλιά) πόλη µε τις κεραµοσκεπές των λευκών σπιτιών της µέσα από τη λίµνη (η οποία , σηµειωτέον, βρίσκεται σε υψόµετρο 670 µέτρων , έχει έκταση 358τ.χλµ., ηλικία 4 εκατοµµυρίων ετών και µέγιστο βάθος 294µ.). Κατόπιν παίρνουµε ρότα ανατολική , φτάνοντας ώς την περιοχή µε τα µεγάλα παραλίµνια ξενοδοχεία και τη βίλα του Τίτο. Το απόγευµα πηγαίνουµε στο ονοµαστό µοναστήρι του Οσίου Ναούµ (30χλµ Νότια της πόλης), χτισµένο (στην αρχική του µορφή), από τον επώνυµο ιερό άνδρα (µαθητής κι αυτός, όπως και ο σύγχρονός του Κλήµης, των ιεραπόστολων αδελφών Κυρίλλου και Μεθόδιου). Το καθολικό είναι αφιερωµένο στους Ταξιάρχες, ενώ µέσα σε ένα παρεκκλήσι του βρίσκεται ο τάφος του Οσίου. Στην ευρύτερη περιοχή της Μονής µπορεί κανείς να επισκεφτεί µε βάρκα το σηµείο όπου αναβλύζουν, από το βυθό µιας µικρής παρακείµενης λίµνης, οι πηγές του ποταµού ∆ρίνου (το νερό των οποίων έρχεται υπογείως από την ψηλότερα ευρισκόµενη (800µ) Μεγάλη Πρέσπα, συµβάλλοντας έτσι στη διαρκή ανανέωση και καθαρότητα της Λίµνης Αχρίδας, γεγονός που επιτρέπει την ύπαρξη σε αυτήν πολλών ενδηµικών ειδών ιχθυοπανίδας [όπως 2 είδη πέστροφας και 1 σφουγγάρι Τριτογενούς Περιόδου]). Όσοι επιχειρήσαµε τη βαρκάδα µείναµε έκθαµβοι από την ωραιότητα του τοπίου, µε τους αντικατοπτρισµούς των πανύψηλων γύρω δέντρων και τα σποραδικά κρωξίματα από τα νεροπούλια.

Την Πέµπτη 5/7 σειρά είχε το πρώτο ορειβατικό κοµµάτι της εκδροµής. Επτά το πρωί φύγαµε από τη Στρούγκα για την ορεινή περιοχή του Εθνικού Πάρκου Μαύροβο, στα Β∆ της χώρας. Μέσα από µια όµορφη δασωµένη διαδροµή δύο ωρών φτάσαµε στο οµώνυµο χωριουδάκι, και µε τα λιφτ του χιονοδροµικού (που είχε κανονιστεί να λειτουργήσουν σήµερα ειδικά για µας!) προωθηθήκαμε από τα 1200 στα 1650 µέτρα. Από εκεί οι περισσότεροι αρχίσαµε το περπάτηµα στις 10 η ώρα περίπου, ενώ κάποιοι προτίµησαν να επιστρέψουν στο Μαύροβο για τουρισµό και επίσκεψη στην ιστορική µονή του Αγ. Ιωάννη Μπιγκόρσκι (ή του Βαπτιστή, 11ος αιώνας). Η πορεία, µε δυτική κατεύθυνση γενικά, κινούνταν στο κυµατοειδές ανάγλυφο των ήπιων πλαγιών του όρους Μπίστρα, και κατά τη διάρκειά της είχε κανείς τη δυνατότητα να εγκαταλείψει τη χωρίς εναλλαγές τοπίου ανάβαση µέσα στο λιοπύρι σε δύο επιπλέον σηµεία. Στην κορυφή Μεντένιτσα (2163µ.) φτάσαµε 13 άτοµα (13:45), απόλαµβάνοντας ένα πανόραµα ολόγυρα που εν πολλοίς θυµίζει Γράµµο, ενώ στο βάθος (∆υτικά- Βορειοδυτικά), τον τόνο δίνει η κορυφογραµµή των βουνών Κοράµπ, σύνορο FYROM – Αλβανίας στο σηµείο εκείνο. Συνεχίζοντας τη διάσχιση ράχη – ράχη (Νότια) κατεβήκαµε στο τέλος από µονοπάτι στο Γκάλιτσνικ (16:00), ένα όµορφο ορεινό χωριό στα 1400 µέτρα, φωλιασµένο στην άκρη µιας βαθιάς δασωµένης κοιλάδας. Μια ανάσα και µια µπύρα στα τραπεζάκια του ξενοδοχείου Νέδα (τι παιχνίδια παίζουν οι λέξεις διαφορετικών γλωσσών!), και σε 45’ πιάνουµε πάλι το µονοπάτι µε τελικό προορισµό το γειτονικό χωριό Γιάντσε (975 µέτρα). Το κατάφυτο από πλατάνια και άλλα φυλλοβόλα σκηνικό έρχεται σε ωραία (και δροσερή!) αντίθεση µε την εξάωρη ξεραΐλα (ούτε ένα δέντρο!) που προηγήθηκε στο βουνό. Σε λίγο αντηχούν και µπουµπουνητά, αραιά στην αρχή, συχνότερα και δυνατότερα έπειτα. Έξι η ώρα φτάνουµε στο χωριό, και κάτω από ένα στέγαστρο µας πιάνει η βροχή. Κρατά κοντά ένα τέταρτο και µε τις τελευταίες ψιχάλες, φεύγουµε προς απάντηση του πούλµαν, που µας περιµένει 300 µέτρα πιο κάτω, πριν από το γεφύρι του ποταµού Ρέκα (παραπόταµου του µεγάλου ποταµού Ράντικα, ο οποίος µαζί µε το Μαύρο ∆ρίνο σχηµατίζει την τεχνική λίµνη του Μαύροβου). Επιστρέφοντας στη Στρούγκα περνάµε και από το Ντέµπαρ, µια πόλη χριστιανών (Σκοπιανών) και Μουσουλµάνων (Αλβανών), και µε την ευκαιρία ο ξεναγός µάς µιλάει για τα προβλήµατα που αντιµετωπίζει η χώρα εξαιτίας της αντίθεσης αυτής – οι ταραχές στα βόρεια της FYROM δεν είναι δυστυχώς κάτι στο σπάνιο, ακόµα και σήµερα.

Την Παρασκευή αναχωρούµε για το Μοναστήρι (σηµ. Μπίτολα), 80 χλµ ανατολικά της Αχρίδας και δεύτερο σηµαντικό διοικητικό οικονοµικό και πληθυσµιακό κέντρο της χώρας (87.000 κάτοικοι) µετά την πρωτεύουσα. ∆ύο χιλιόµετρα Νότια βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος της Ηράκλειας Λυγκιστικής, της πόλης που ίδρυσε στην περιοχή ο Φίλιππος ο Β’ τον 4ο αι. π.Χ., η οποία αποτέλεσε αργότερα σηµαντικό σταθµό της ρωµαϊκής Εγνατίας Οδού. Μεταξύ άλλων µνηµείων έχουν έρθει στο φως το θέατρο, λουτρά, ένας πρόναος και δυο πρωτοχριστιανικές βασιλικές, το δάπεδο των οποίων κοσµούν άριστα διατηρηµένα ψηφιδωτά (που όµως τη στιγµή αυτή είναι καλυµµένα µε άµµο). Η σύγχρονη Μπίτολα (στα 600 µ. υψόµετρο) είναι µια όµορφη πόλη µε πολύ πράσινο, µουσεία, τρία τζαµιά του 16ου αι. αλλά και τη µεγαλύτερη ορθόδοξη εκκλησία της χώρας (τον Αγ. ∆ηµήτριο, του 1830, µ’ ένα θαυµάσιο χρυσοστόλιστο τέµπλο). Τη διασχίζει ο ποταµός Ντράγκορ (∆ραγόρας) χωρίζοντας την παλιά τούρκικη συνοικία από το υπόλοιπο οικιστικό κοµµάτι. Ως Μοναστήρι γνώρισε µεγάλη ακµή το 18ο και 19ο αι., όντας η δεύτερη σηµαντικότερη πόλη των Βαλκανίων µετά τη Θεσσαλονίκη, και µέχρι την απελευθέρωση/ κατάληψή της από τους Σέρβους το 1912 η παρουσία του ελληνικού στοιχείου αριθµητικά, εµπορικά και πολιτιστικά ήταν έντονη.

Γύρω στις 15:00 µπαίνουµε στο πούλµαν µε προορισµό το Νίζε Πόλε, ένα χωριουδάκι Δυτικά – Νοτιοδυτικά στα 1.200 µ. απ’ όπου θα ξεκινήσουµε το δεύτερο ορειβατικό εγχείρηµα του ταξιδιού, το όρος Πέλιστερ. Ύστερα από 50 λεπτά καθυστέρηση (εξ αιτίας ενός θέματος που ανέκυψε από τη σκοπιανή πλευρά, καθώς 11 συνολικά άτομα θα προωθούνταν στο βουνό με δύο αντί ένα τζίπ), αρχίζουµε την πορεία µας (16:45) σε στρωτό καλογραµµένο µονοπάτι ανάµεσα σε πυκνή βλάστηση (φτέρες, χαµηλούς κέδρους και άφθονες βατοµουριές και µυρτιλιές). Μπουµπουνητά ακούγονται και πάλι, όσο όµως ανεβαίνουµε αυτά αυτά σβήνουν χαµηλότερα και τελικά αποφεύγουµε τη βροχή. Σε κάτι λιγότερο από 3 ώρες φτάνουµε στο καταφύγιο Γκολέµο Έζερο=Μεγάλη Λίµνη, το οποίο,  σε υψόμετρο 2.218 µ., είναι χτισµένο στην υπερυψωμένη στο σημείο αυτό όχθη ενός από τα υδάτινα «Μάτια του Πέλιστερ», όπως αποκαλούνται ποιητικά οι δύο παγετωνικές λίμνες του βουνού. Διαθέτει κλινοσκεπάσματα και υπάρχει πηγή για νερό σε απόσταση 100 μ. χαμηλότερα, δεν υπάρχουν όμως ούτε τουαλέτες ούτε νερό τρεχούμενο για τα χέρια.  Το δείπνο πάντως είναι κανονισµένο και έρχεται πάνω στην ώρα!

Η αυριανή (για όσους το χουν επιλέξει) είναι ημέρα κορφής. Μετά το ( επίσης κανονισμένο) πρωινό ξεκινάμε 06:30 ακριβώς. Το μονοπάτι ανηφορίζει Ανατολικά προσφέροντάς μας μια πανοραμική θέα της Μεγάλης Λίμνης (περίπου όσο τρεις Δρακόλιμνες) με το κτίσμα του καταφυγίου στην άκρη. Μόλις βγαίνουμε πάνω στ η ράχη η πορεία γίνεται δυτική, ψηλοκατηφορίζοντας – τραβερσάροντας χορταριασμένες πλαγιές. Πιο ύστερα στρεφόμαστε Βόρεια και 07:20 συναντάμε τη Μάλο Έζερο, τη μικρή λίμνη, στα 2180 μέτρα. Δεκάλεπτη στάση και συνεχίζουμε το μονοπάτι μέχρι την κορφή πια (2601 μέτρα), που την πατάμε μιάμιση ώρα αργότερα. Στην πέτρινη στήλη υπάρχει εντοιχισμένη χάλκινη επιγραφή που αναφέρεται στον πρώτο Γιουγκοσλάβο ορειβάτη που ανέβηκε στο Έβερεστ, τον Ντίμιταρ Ιπιέφσκι (1953-1989) διευκρινίζοντάς μας συνάμα ότι το Πέλιστερ («Περιστέρι») είναι η ψηλότερη κορυφή της οροσειράς Μπαμπά («Μπαμπά  πλάνινα») είναι η τρίτη ψηλότερη κορυφή της χώρας και το βουνό αποτελεί τη βόρεια προέκταση του Βαρνούντα – κοιτώντας , δε, Νότια – Νοτιοδυτικά βλέπει να απλώνεται στο βάθος του ορίζοντα η Μεγάλη Πρέσπα. Φωτογραφίες, ένα φαγώσιμο στα γρήγορα και 09:30 συνεχίζουμε την πορεία μας Βόρεια. Διασχίζουμε βιαστικά τις εγκαταστάσεις με τις κεραίες της Σκοπιανής τηλεφωνίας (ακτινοβολία γαρ) και αμέσως κατηφορίζουμε μέσα από παγετονική μορένα με σπασμένα βράχια· η σήμανση όμως στο διαμορφωμένο ανάμεσά τους «μονοπάτι» είναι σαφής και εξυπηρετικότατη. Σε 45-50 λεπτά τελειώνουμε με αυτό το άχαρο κομμάτι και το βλέμμα μας συναντά τα πρώτα δείγματα χλωρίδας (χορταράκι, κάποιες λευκές ορχιδέες και νανώδη ρόμπολα). 10:40 φτάνουμε σε πηγή και σιγά- σιγά χάνουμε υψόμετρο, μπαίνοντας στο δάσος με τα πεύκα «Μόλικα» (πενταβέλονος πεύκη, μοναδικό παγκοσμίως υπόλειμμα της τεταρτογενούς περιόδου – μαζί με κάποια μεμονωμένα άτομα του είδους στην Αυστραλία),  τα οποία έδωσαν και το όνομα του βουνού : «πετ (=πέντε) + «λιστ» (=φύλλο). Όσο  κατεβαίνουμε το σκηνικό θυμίζει τα πανύψηλα μαυρόπευκα της Βάλια Κάλντα, ενώ πάλι συννεφιάζει. Σε δυόμιση ώρες βγαίνουμε σε δασικό δρόμο και βαδίζοντας όλο δεξιά ( Ανατολικά ) καταλήγουμε, 13:30, στην άσφαλτο, 100 μέτρα πάνω από το κέντρο πληροφόρησης ( κάπου 1,5 χλμ χαμηλότερα από το ξενοδοχείο Μόλικα). Κάτι έργα στο δρόμο γίνονται η αιτία να περπατήσουμε μια ώρα ακόμα μέχρι να βρούμε / να μας βρει το πούλμαν, το οποίο θα μας οδηγήσει για την τελευταία διανυκτέρευση της εκδρομής στο Μοναστήρι.

Επιστρέφοντας, την Κυριακή 08/07 , στα πάτρια περνούν από το μυαλό μου οι εικόνες που είδα, οι εντυπώσεις και οι εμπειρίες που ένοιωσα στο ταξίδι αυτό στη γειτονική χώρα. Μια πανέμορφη φύση, μνημεία που παραπέμπουν σε έναν πολιτισμό ο οποίος, κατ’ουσίαν, δεν είναι άλλος από τον ίδιο εκείνον που γέννησαν η ιστορία και η τέχνη της ευρύτερης αυτής περιοχής, τότε που δεν υπήρχαν σύνορα και διαχωριστικές γραμμές. Εχτές στα Μπίτολα είδαμε και το επιβλητικό άγαλμα του Φιλίππου Β΄που τοποθετήθηκε πρόσφατα: «Εμείς» θεωρούμε το γεγονός σφετερισμό της «δικής μας» ιστορίας· «αυτοί» πιστεύουν ότι είναι εξίσου απόγονοι ενός λαού (ή/ και ενός λαού) ο οποίος έζησε/ έδρασε και στα «δικά τους» εδάφη. Τι να πεις κανείς… Θα ήθελα να πρυτανεύσει η λογική ανάμεσα στα δύο κράτη, να δούμε και εμείς και εκείνοι ότι περισσότερα είναι αυτά που μας ενώνουν παρά όσα  μας διαφοροποιούν, και να βρεθεί μια κοινά αποδεκτή λύση για το όνομα που, τόσα χρόνια τώρα, μας χωρίζει αντί να μας ενώνει. Η εκκρεμότητα που είχα με … τη FYROM; Τη Ματσεντόνια; τη Δημοκρατία των Σκοπίων; Έκλεισε με τον καλύτερο τρόπο χάρις στην άψογα οργανωμένη εκδρομή του ΣΑΟΟ – πάμε γι άλλα λοιπόν!

 

(Το κείμενο αυτό αποτελεί την πλήρη ανάπτυξη του κειμένου που, σε συντετμημένη μορφή, δημοσιεύτηκε στο τεύχος 28 του περιοδικού μας «ΟΡΟΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ»).